μίγμα


μίγμα
[мигма] ουσ. о. смесь, сплав, помесь.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μίγμα" в других словарях:

  • μῖγμα — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίγμα — mixture neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίγμα — και μείγμα, το (Α μίγμα και μεῑγμα και αιολ. τ. μεῑχμα) κάθε προϊόν ανάμιξης νεοελλ. 1. χημ. το προϊόν τής ανάμιξης περισσότερων σωμάτων, χωρίς να συντελείται χημική αντίδραση 2. φρ. α) «μίγμα καύσιμο» τεχνολ. μίγμα ατμών υγρού καυσίμου, όπως λ.χ …   Dictionary of Greek

  • μιγμάτων — μίγμα mixture neut gen pl μῑγμάτων , μῖγμα neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίγμ' — μίγμα , μίγμα mixture neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίγμασι — μίγμα mixture neut dat pl μί̱γμασι , μῖγμα neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίγμασιν — μίγμα mixture neut dat pl μί̱γμασιν , μῖγμα neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίγματα — μίγμα mixture neut nom/voc/acc pl μί̱γματα , μῖγμα neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίγματι — μίγμα mixture neut dat sg μί̱γματι , μῖγμα neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίγματος — μίγμα mixture neut gen sg μί̱γματος , μῖγμα neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)